Rettung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Rettung (de) θηλυκό

  1. η διάσωση
  2. η βοήθεια