Ruf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Ruf 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ruf (de) αρσενικό

  1. η κλήση, η φωνή
  2. η φήμη