Schülerin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Schülerin die Schülerinnen
γενική der Schülerin der Schülerinnen
δοτική der Schülerin den Schülerinnen
αιτιατική die Schülerin die Schülerinnen


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Schülerin 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Schülerin (de) θηλυκό, Schüler αρσενικό

  1. (εκπαίδευση) η μαθήτρια

Αντώνυμα[επεξεργασία]