Schlange

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Schlange 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Schlange die Schlangen
γενική der Schlange der Schlangen
δοτική der Schlange den Schlangen
αιτιατική die Schlange die Schlangen

Schlange (de) θηλυκό

  1. (ζωολογία) το φίδι
  2. (μεταφορικά) η ουρά (αναμονής)
  3. (αστερισμός) Όφις

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Schlange stehen - στέκομαι / περιμένω στην ουρά

Σύνθετα[επεξεργασία]