Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schnurrbart

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Schnurrbart die Schnurrbärte
γενική des Schnurrbartes
Schnurrbarts
der Schnurrbärte
δοτική dem Schnurrbart
Schnurrbarte
den Schnurrbärten
αιτιατική den Schnurrbart die Schnurrbärte

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schnurrbart < Μαρτυρείται από τον 18ο αιώνα < κάτω σαξονική snurbaard  δείτε τσεχική knír.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /[ˈʃnʊʁˌbɑːt/
ΔΦΑ : /ˈʃnʊʁˌbaːɐ̯t/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Schnurrbart (Βερολίνο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schnurrbart (de) αρσενικό