Μετάβαση στο περιεχόμενο

Selbstbeherrschung

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Selbstbeherrschung
γενική der Selbstbeherrschung
δοτική der Selbstbeherrschung
αιτιατική die Selbstbeherrschung

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Selbstbeherrschung (de) θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • Selbstbeherrschung @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).