Μετάβαση στο περιεχόμενο

Selbstmord

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Selbstmord die Selbstmorde
γενική des Selbstmords
Selbstmordes
der Selbstmorde
δοτική dem Selbstmord
Selbstmorde
den Selbstmorden
αιτιατική den Selbstmord die Selbstmorde

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Selbstmord (de) αρσενικό

  • Selbstmord @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).