Spitze

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Spitze die Spitzen
γενική der Spitze der Spitzen
δοτική der Spitze den Spitzen
αιτιατική die Spitze die Spitzen

Spitze (de) θηλυκό

  1. αιχμή