Spross

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Spross die Sprosse
γενική des Sprosses der Sprosse
δοτική dem Spross
dem Sprosse
den Sprossen
αιτιατική den Spross die Sprosse

Spross (de)

  1. (βιολογία) βλαστός