Spur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Spur 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Spur (de) θηλυκό

  1. το ίχνος, το χνάρι
  2. η υποψία