Spur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Spur 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Spur (de) θηλυκό

  1. το ίχνος, το χνάρι
  2. η υποψία