Stück
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | das | Stück | die | Stücke |
| γενική | des | Stücks Stückes |
der | Stücke |
| δοτική | dem | Stück Stücke |
den | Stücken |
| αιτιατική | das | Stück | die | Stücke |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Stück < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική stücke < παλαιά άνω γερμανική stucki [1] < πρωτογερμανική *stukkja < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teyg- [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Stück (de) ουδέτερο
- κομμάτι
- (μόνο στον ενικό) κομμάτι, τεμάχιο
''Ich hätte gern drei Stück Käse.
- Θα ήθελα τρία κομμάτια τυρί.
- αντικείμενο συλλογής, συνήθως πολύτιμο
- (θέατρο, μουσική) καλλιτεχνικό έργο, κυρίως για θεατρικό ή μουσικό κομμάτι
Sie spielte gestern Abend ein Stück von Schubert.
- Έπαιξε εχθές το βράδυ ένα κομμάτι του Σούμπερτ.
- → δείτε τις λέξεις Theaterstück και Musikstück
- (μειωτικό) άνθρωπος με χαμηλή υπόληψη
Παράγωγα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Stück στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Stück - Duden online.
- ↑ Stück @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ουδέτερα (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτογερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teyg- (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Θέατρο (γερμανικά)
- Μουσική (γερμανικά)
- Μειωτικοί όροι (γερμανικά)