Μετάβαση στο περιεχόμενο

Stück

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: stuck, Stuck

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Stück die Stücke
γενική des Stücks
Stückes
der Stücke
δοτική dem Stück
Stücke
den Stücken
αιτιατική das Stück die Stücke

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Stück < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική stücke < παλαιά άνω γερμανική stucki [1] < πρωτογερμανική *stukkja < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teyg- [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃtʏk/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Stück (de) ουδέτερο

  1. κομμάτι
    παράδειγμα Ein Stück Stoff war von meinem Hemd abgerissen.
    Ένα κομμάτι ύφασμα σκίστηκε από την μπλούζα μου.
     συνώνυμα: Teil
  2. (μόνο στον ενικό) κομμάτι, τεμάχιο
    παράδειγμα ''Ich hätte gern drei Stück Käse.
    Θα ήθελα τρία κομμάτια τυρί.
  3. αντικείμενο συλλογής, συνήθως πολύτιμο
    παράδειγμα Das Museum hat noch ein weiteres hervorragendes Stück im Wert von 60.000 Euro.
    Το μουσείο έχει ένα ακόμα εξαιρετικό κομμάτι αξίας 60.000 ευρώ.
     συνώνυμα: Exemplar
  4. (θέατρο, μουσική) καλλιτεχνικό έργο, κυρίως για θεατρικό ή μουσικό κομμάτι
    παράδειγμα Sie spielte gestern Abend ein Stück von Schubert.
    Έπαιξε εχθές το βράδυ ένα κομμάτι του Σούμπερτ.
     δείτε τις λέξεις Theaterstück και Musikstück
  5. (μειωτικό) άνθρωπος με χαμηλή υπόληψη

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Stück στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Stück - Duden online.
  2. Stück @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).