Stand

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: stand

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃtant/
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Stand die Stände
γενική des Stands
des Standes
der Stände
δοτική dem Stand
dem Stande
den Ständen
αιτιατική den Stand die Stände
Stand 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Stand (de) αρσενικό

  1. η στάση
  2. η κατάσταση
  3. η τάξη
  4. το επίπεδο
  5. η στάθμη, το ύψος, η ένδειξη
  6. ο πάγκος, το περίπτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]