Stolz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: stolz

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Stolz (de) αρσενικό

  1. η αλαζονεία
  2. η περηφάνια

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]