Studie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Studie die Studien
γενική der Studie der Studien
δοτική der Studie den Studien
αιτιατική die Studie die Studien

Studie (de) θηλυκό

  1. μελέτη