Stunde
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Stunde | die | Stunden |
| γενική | der | Stunde | der | Stunden |
| δοτική | der | Stunde | den | Stunden |
| αιτιατική | die | Stunde | die | Stunden |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Stunde < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική stunde / stunt < παλαιά άνω γερμανική stunta [1] [2]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Stunde (de) θηλυκό
- η ώρα που διαρκεί 60 λεπτά
Die Veranstaltung dauert sechs Stunden.
- Η εκδήλωση διαρκεί έξι ώρες.
- (εκπαίδευση) σχολική ή διδακτική ώρα
In der zweite Stunde lesen wir über Napoleon.
- Τη δεύτερη ώρα θα διαβάσουμε για τον Ναπολέωντα.
- ≈ συνώνυμα: Unterrichtsstunde
- (προφορικό) το μάθημα
Ich möchte Englisch lernen, kennst du jemanden, der Stunden gibt?
- Θέλω να μάθω αγγλικά, ξέρεις κάποιον που κάνει μαθήματα;
- ≈ συνώνυμα: Unterricht
- η στιγμή
Die Stunde der Wahrheit ist gekommen.
- Ήρθε η ώρα της αλήθειας.
- ≈ συνώνυμα: Augenblick, Moment, Zeit
- (αστρονομία) μονάδα μέτρησης της ορθής αναφοράς
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Stunde στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά θηλυκά (γερμανικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά άνω γερμανικά (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Εκπαίδευση (γερμανικά)
- Προφορικοί όροι (γερμανικά)
- Αστρονομία (γερμανικά)