Sturheit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Sturheit die Sturheiten
γενική der Sturheit der Sturheiten
δοτική der Sturheit den Sturheiten
αιτιατική die Sturheit die Sturheiten

Sturheit (de) θηλυκό