Tochter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Tochter 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Tochter (de) θηλυκό