Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ton

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ton

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /toːn/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ton

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Ton (de) αρσενικό

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ton αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ton < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ton αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ton < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ton αρσενικό ή θηλυκό

  • Louis Duchesne, Les noms de famille au Québec : aspects statistiques et distribution spatiale, Institut de la statistique du Québec, 2006, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ton < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ton αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden