Träumerei

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Träumerei die Träumereien
γενική der Träumerei der Träumereien
δοτική der Träumerei den Träumereien
αιτιατική die Träumerei die Träumereien

Träumerei (de) θηλυκό

  1. ονειροπόληση