U-Bahn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die U-Bahn die U-Bahnen
γενική der U-Bahn der U-Bahnen
δοτική der U-Bahn den U-Bahnen
αιτιατική die U-Bahn die U-Bahnen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

U-Bahn (de) θηλυκό

  1. το μετρό