Μετάβαση στο περιεχόμενο

Unsterblichkeit

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Unsterblichkeit —
γενική der Unsterblichkeit —
δοτική der Unsterblichkeit —
αιτιατική die Unsterblichkeit —

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Unsterblichkeit < unsterblich + -keit

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Unsterblichkeit (de) θηλυκό