Unterricht

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Unterricht die Unterrichte
γενική des Unterrichts
des Unterrichtes
der Unterrichte
δοτική dem Unterricht den Unterrichten
αιτιατική den Unterricht die Unterrichte

Unterricht (de) αρσενικό

  1. εκπαίδευση
  2. μάθημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]