Verfügung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Verfügung die Verfügungen
γενική der Verfügung der Verfügungen
δοτική der Verfügung den Verfügungen
αιτιατική die Verfügung die Verfügungen

Verfügung (de) θηλυκό

  1. διάταγμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]