Vergänglichkeit
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Vergänglichkeit < vergänglich + -keit
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Vergänglichkeit (de) θηλυκό
Vergänglichkeit (de) θηλυκό