Versicherungskarte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Versicherungskarte < Versicherung + Karte

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Versicherungskarte (de) θηλυκό

  1. ασφάλιστρο, κάρτα ασφάλιστρου