Versuchsflieger

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Versuchsflieger < Versuch + Flieger

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Versuchsflieger die Versuchsflieger
γενική des Versuchsfliegers der Versuchsflieger
δοτική dem Versuchsflieger den Versuchsfliegern
αιτιατική den Versuchsflieger die Versuchsflieger

Versuchsflieger (de) αρσενικό

  1. δοκιμαστικός πιλότος