Wächter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Wächter 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Wächter (de)

  1. o φρουρός