Währung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Währung die Währungen
γενική der Währung der Währungen
δοτική der Währung den Währungen
αιτιατική die Währung die Währungen

Währung (de) θηλυκό

  1. χρήμα, νόμισμα