Μετάβαση στο περιεχόμενο

Wanduhr

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Wanduhr die Wanduhren
γενική der Wanduhr der Wanduhren
δοτική der Wanduhr den Wanduhren
αιτιατική die Wanduhr die Wanduhren

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Wanduhr < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Wanduhr (de) θηλυκό

  • Wanduhr - Duden online.
  • Wanduhr @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).