Weg

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : weg

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Weg 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Weg (de) αρσενικό

  • ο δρόμος
    der Weg ist nicht lang - ο δρόμος δεν είναι μεγάλος / μακρύς