Weinen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: weinen

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Weinen -
γενική des Weinens -
δοτική dem Weinen -
αιτιατική das Weinen -
Weinen < ουσιαστικοποίηση του ρήματος weinen

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Weinen (de) ουδέτερο

  1. κλάμα


Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

Weinen