Weltkrieg

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Weltkrieg < Welt + Krieg

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Weltkrieg (de) θηλυκό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • der erste / zweite Weltkrieg: ο Α'/Β' παγκόσμιος πόλεμος