Werke
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]Werke (de) ουδέτερο
- δοτική ενικού του Werk
- ονομαστική, γενική και αιτιατική πληθυντικού του Werk
Σουηδικά (sv)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Werke < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Werke αρσενικό ή θηλυκό