Winkel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Winkel die Winkel
γενική des Winkels der Winkel
δοτική dem Winkel den Winkeln
αιτιατική den Winkel die Winkel

Winkel (de) αρσενικό

  1. άκρη
  2. (μαθηματικά) γωνία
  3. γνώμονας