Wochentag

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Wochentag < Woche + Tag

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Wochentag (de) αρσενικό