Wurm

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Wurm 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Wurm die Würmer
γενική des Wurms
des Wurmes
der Würmer
δοτική dem Wurm den Würmern
αιτιατική den Wurm die Würmer

Wurm (de) αρσενικό

  1. σκουλήκι
  2. ιδιοτροπία, λόξα