Wurm

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Wurm 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Wurm die Würmer
γενική des Wurms
des Wurmes
der Würmer
δοτική dem Wurm den Würmern
αιτιατική den Wurm die Würmer

Wurm (de) αρσενικό

  1. σκουλήκι
  2. ιδιοτροπία, λόξα