Μετάβαση στο περιεχόμενο

York

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
York < μέση αγγλική York / Ȝork < παλαιά νορβηγική Jórk / Jórvík < αγγλοσαξονική Eoforwīċ < λατινική Eboracum < πρωτοκελτική *eburos (πουρνάρι)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

York (en)

  1. η Υόρκη, πόλη της Αγγλίας
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) αρσενικό ή θηλυκό
  • National Records of Scotland, retrieved 10/8/2023, Lists of most common surnames in the registers for selected years, 2021

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
York < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

York αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden