Μετάβαση στο περιεχόμενο

Zahnprothese

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Zahnprothese die Zahnprothesen
γενική der Zahnprothese der Zahnprothesen
δοτική der Zahnprothese den Zahnprothesen
αιτιατική die Zahnprothese die Zahnprothesen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Zahnprothese < Zahn + Prothese

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Zahnprothese (de) θηλυκό

  • Zahnprothese @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).