Μετάβαση στο περιεχόμενο

aérologie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aérologie aérologies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aérologie (fr) θηλυκό