aéronaute

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Γαλλικά (fr) [edit]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[edit]

ΔΦΑ : /a.e.ʁɔ.not/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

aéronaute (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αεροναύτης