aĉetebla

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

aĉetebla < aĉet + -ebl- + -a

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική aĉetebla aĉeteblaj
αιτιατική aĉeteblan aĉeteblajn

aĉetebla (eo)