aŭtoktona
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- aŭtoktona < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | aŭtoktona | aŭtoktonaj |
| αιτιατική | aŭtoktonan | aŭtoktonajn |
aŭtoktona (eo)