a land of plenty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Σύνθετο Ουσιαστικό[επεξεργασία]

a land of plenty (en)

  • ευήμερος τόπος αφθονίας, συνήθως γόνιμος και με πολλά ζώα και άλλους πόρους (τροφές και πρώτες ύλες)