a piedi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

a piedi (it)

  1. "με τα πόδια" , πάει με τα πόδια του, πεζός, χωρίς να χρησιμοποιήσει μέσο μεταφοράς.