propósito

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από a propósito)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
propósito propósitos

propósito (pt) αρσενικό

  1. η πρόθεση
  2. ο σκοπός

Εκφράσεις[]