aancrer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

aancrer

  1. (ναυτικός όρος) αγκυροβολώ