abalienato

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό abalienato abalienati
θηλυκό abalienata abalienate

abalienato (it)

  1. (ιατρική) αυτός που πάσχει από μερική παράλυση
  2. (ιατρική) άτομο με ψυχικές διαταραχές

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abalienato (it)

  1. Παθητική μετοχή του abalienare