abannation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
abannation abannations

abannation (en)

  1. ετήσια εξορία η οποία επιβαλλόταν στους ένοχους ακούσιου φόνου



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
abannation abannations

abannation (fr) θηλυκό

  1. ετήσια εξορία η οποία επιβαλλόταν στους ένοχους ακούσιου φόνου