abatardissement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
abatardissement abatardissements

abatardissement (fr) αρσενικό

δείτε τη λέξη  abâtardissement