abbaglio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Italy.svg Ιταλικά (it) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

abbaglio (it) αρσενικό

  1. το θάμπωμα
  2. (μεταφορικά) η απροσεξία