abbaglio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abbaglio < abbagliare

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

abbaglio (it) αρσενικό

  1. το θάμπωμα
  2. (μεταφορικά) η απροσεξία
  3. (μεταφορικά) το λάθος